βερενίκιον

βερενίκιον
Meaning: a plant (H.); `nitre' of good quality (Gal.)
Derivatives: βερενικάριον νίτρον (Orib.); βερενικὶδες `womens' shoes' (H.)
Origin: GR [a formation built with Greek elements]
Etymology: The word is derived from queen Berenike.

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βερενίκιον — βερενίκιον, το (Α) 1. ονομασία φυτού 2. νίτρο άριστης ποιότητας …   Dictionary of Greek

  • βερενίκιον — constellation neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βερνίκι — Στη ζωγραφική, ο όρος δηλώνει διάφορες χημικές ενώσεις κατάλληλες για την επίστρωση των χρωμάτων, για τη διόρθωση ενός έργου και για την προστασία ενός πίνακα από τις καιρικές συνθήκες. Ανάλογα με τη χρήση τους, τα β. αποτελούνται από διαλύματα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.